Ο ΚΑΡΛΟΜΑΓΝΟΣ, Η ΔΙΕΥΡΥΝΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΕΜΕΙΣ

Image

 

του Αναστασίου Φιλιππίδη
Νοέμβριος 2003

Πριν από δέκα ακριβώς χρόνια, το Φθινόπωρο του 1993, δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες πανευρωπαϊκής κυκλοφορίας μια μεγάλου μεγέθους διαφήμιση της γνωστότερης ευρωπαϊκής εταιρείας ηλεκτρικών ειδών. Στη διαφήμιση εμφανιζόταν η προτομή του Καρλομάγνου και δίπλα ένα κείμενο που άρχιζε με τη φράση: Αγαπητέ Καρλομάγνε, οι ικανότητές σου στη δημιουργία μιας σπουδαίας αυτοκρατορίας θα μπορούσαν να είχαν ενισχυθή από τις δικές μας ικανότητες στην οργάνωση μιας σπουδαίας δημόσιας διοίκησης… Στο τέλος της διαφήμισης ξεχώριζαν με μεγάλα γράμματα, σαν υπογραφή, οι λέξεις: Ευρωπαϊκή ιδέα Ήταν η εποχή που το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνεδρίαζε στο μεγαλόπρεπο κτίριο Καρλομάγνου στις Βρυξέλλες και η φιγούρα του Φράγκου ηγεμόνα πρόβαλλε ως η κύρια υποψήφια για το μελλοντικό ενιαίο νόμισμα της Ευρώπης, ενώ η Ελλάδα, κληρονόμος του Βυζαντίου, δηλαδή του αντίπαλου πολιτισμού, αποτελούσε το μαύρο πρόβατο για πολλούς δυτικοευρωπαίους.

Στη δεκαετία που μεσολάβησε από τότε, ωστόσο, άρχισαν να γίνονται αντιληπτές ορισμένες σημαντικές εξελίξεις που φαίνεται πως θα μεταβάλουν τις κυρίαρχες απόψεις για τη σημασία του Καρλομάγνου στην οικοδόμηση της Ευρώπης. Στο σημερινό άρθρο θα αναφερθούμε σ’ αυτήν την αναθεώρηση και στις συνέπειές της για εμάς τους Έλληνες.

Όπως είναι γνωστό, μετά από διαδοχικές επεκτάσεις σε βάρος των Λογγοβάρδων, των Σαξόνων και των Ρωμαίων της Ιταλίας, ο Καρλομάγνος δημιούργησε ένα τεράστιο κράτος και στέφθηκε αυτοκράτορας στη Ρώμη το 800 μ.Χ. Όπως δέχονται οι σύγχρονοι ιστορικοί, οι ενέργειές του σε πολιτικό επίπεδο κυριαρχούνται από την προσπάθεια συγκρότησης ενός ενιαίου κράτους πάνω στα προϋπάρχοντα βασίλεια πολλών γερμανικών φυλών. Για τον σκοπό αυτό εξέδωσε σειρά διαταγμάτων που καθόριζαν τις οικονομικές σχέσεις των υπηκόων του, ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα, έναν ομοιόμορφο τρόπο τέλεσης των θρησκευτικών ακολουθιών, μια τυποποίηση του μοναστικού βίου, κλπ.

Τη διατήρηση της ενότητας αυτού του κράτους προσπάθησαν να διαφυλάξουν οι προπαγανδιστές της αυλής του Καρλομάγνου και των διαδόχων του μυθοποιώντας το πρόσωπό του και ονομάζοντάς τον Europae pater (Πατέρα της Ευρώπης), προσωνυμία που απαντάται ήδη από τον ένατο αιώνα στο Έπος του Πάντερμπορν.

Το κράτος του Καρλομάγνου δεν άντεξε πάνω από τέσσερις γενιές. Τριάντα χρόνια μετά το θάνατό του ήταν ήδη διαμελισμένο και εξασθενημένο. Λίγες δεκαετίες αργότερα είχε εξαφανισθή από το χάρτη. Κι ωστόσο, δώδεκα αιώνες αργότερα, είδαμε να καθιερώνεται ένα επίζηλο βραβείο στο όνομά του για όσους συνεισφέρουν στην ενοποίηση της Ευρώπης, να ετοιμάζεται το Μουσείο της Ευρώπης στο οποίο δεν υπάρχει Ιστορία της Ευρώπης πριν από την εποχή του και ο ίδιος να αναφέρεται ξανά ως Europae pater (π.χ. στην εξυμνητική ανασκόπηση από τον D.A.Bullough, στη μελέτη Europae pater: Charlemagne and His Achievement in the Light of Recent Scholarship, The English Historikal Review, 1970). Τί ακριβώς συνέβη;

Κατά την μεταπολεμική περίοδο ένας τεράστιος αριθμός ιστορικών μονογραφιών και άρθρων επικεντρώθηκε στην ανάλυση της Καρολίγγειας εποχής. Ερευνήθηκε κάθε δυνατή πτυχή της Αυτοκρατορίας και του πολιτισμού της, με μόνιμο μοτίβο τη θαυμαστή ενοποιητική επίδραση που άσκησε στους λαούς της Ευρώπης και η οποία ανιχνεύεται ως τις ημέρες μας – άλλωστε τα έξι ιδρυτικά μέλη της ΕΟΚ δεν αποτελούσαν ακριβώς την επικράτεια του Καρλομάγνου; Το κράτος του Καρλομάγνου προβλήθηκε ως πρότυπο μιας Ευρώπης διαφορετικών που μοιράζονταν ένα κοινό όραμα, ένα κράτος στο οποίο χάρη στην κοινή διοίκηση, νομοθεσία και οικονομικό σύστημα αμβλύνθηκαν οι περιφερειακές διαφορές και σχηματίστηκαν οι δομές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε από τότε η Δυτική Ευρώπη.

Εκ των υστέρων, ο προσεκτικός αναλυτής δικαιούται να διακρίνη την σαφή πολιτική σκοπιμότητα της ιστοριογραφικής τάσης που επικράτησε μετά το 1945: σε μια Ευρώπη κατεστραμμένη από δύο παγκοσμίους πολέμους και αμέτρητες εθνικές διαμάχες, όπου το μέλλον δεν είχε να προσφέρη άλλο από μίσος και αίμα ανάμεσα σε Γάλλους και Γερμανούς, μια ευαίσθητη ελίτ διανοουμένων προσέτρεξε προς το κοινό παρελθόν, την τελευταία εποχή, που Γαλλία και Γερμανία ήταν ενωμένες σε ένα ένδοξο κράτος. Η ψυχολογική ανάγκη να τονιστή και να εξιδανικευτή εκείνη η εποχή είναι ασφαλώς κατανοητή. Ο συνδυασμός της με την ισχυρή βούληση της πολιτικής εξουσίας να υπερβή τις πρόσφατες διαφορές οδήγησε στην βιβλιογραφική υπερπαραγωγή της μεταπολεμικής περιόδου.

Ωστόσο η εξαντλητική έρευνα πάνω στην Καρολίγγεια εποχή άρχισε αργά αλλά σταθερά να οδηγή σε απρόβλεπτα συμπεράσματα. Όσο πιο πολύ μεγέθυναν την μικροεικόνα οι ιστορικοί, τόσο πιο πολύπλοκη εμφανιζόταν. Αντί για μια ενοποιημένη κοινωνία, άρχισε να ξεπροβάλη ένα πολύχρωμο καλειδοσκόπιο. Στην πράξη, συμπέραναν οι ερευνητές, ούτε οι εθνοτικές και περιφερειακές διαφορές εξαλείφθηκαν, ούτε οι θρησκευτικές ακολουθίες τυποποιήθηκαν, ούτε το εκπαιδευτικό σύστημα ενοποιήθηκε. Είναι αμφίβολο ακόμη και αν υπήρχε ένας αντιπροσωπευτικός Καρολίγγειος τρόπος αγροτικής εκμετάλλευσης. (Βλ. R. Sullivan, The Carolingian Age: Reflections on its Place in the History of the Middle Ages, Speculum, 1989).

Στο τέλος, κάποιοι ερευνητές άρχισαν να αναρωτιούνται αν αλήθευε το βασικότερο από τα κυρίαρχα θεμέλια της θεωρίας για την Καρολίγγεια κληρονομιά της Ευρώπης. Αν, δηλαδή, η Καρολίγγεια εποχή καθόρισε, πράγματι, τις κοινωνικές δομές και τον πνευματικό προσανατολισμό της Ευρώπης στους αιώνες που ακολούθησαν. Η προσεκτικότερη έρευνα του δέκατου αιώνα (των κατ’ εξοχήν Σκοτεινών χρόνων) έδειξε ότι μετά από την κατάλυση του Καρολίγγειου κράτους και τις καταστρεπτικές επιδρομές των Βίκινγκς και των Μαγυάρων, ο δυτικοευρωπαίος που αντίκρυζε την αυγή της δεύτερης χιλιετίας δεν έβλεπε παρά ερείπια. Ακόμη και η μορφή του κλασικού φεουδαρχικού συστήματος φαίνεται ότι προέκυψε από την κατάρρευση της κεντρικής εξουσίας στην μετα-Καρολίγγεια εποχή, ενώ οι αγροτικές σχέσεις ήταν αρκετά διαφορετικές στην αυτοκρατορία του Καρλομάγνου. Όπως τόνισε ο Fossier στο ιδιαίτερα σημαντικό δίτομο έργο του Η παιδική ηλικία της Ευρώπης, 10ος-12ος αιώνας οι κοινωνικές και οικονομικές πλευρές (στα γαλλικά, 1982), η κοινωνία που στήθηκε στην Ευρώπη μετά το 1000 δεν στηρίχθηκε στο μακρινό Καρολίγγειο παρελθόν, το οποίο συχνά αγνοείτο και ως αναμνηση, αλλά πάνω σε νέες δομές που έπρεπε συχνά να επινοηθούν από το μηδέν. Παρ’ όλα αυτά, παρέμειναν, δυστυχώς, ως πολιτική και πνευματική κληρονομιά οι εχθρικές απόψεις των Φράγκων εναντίον των ελληνόφωνων Ρωμαίων, τους οποίους μετονόμασαν από τότε σε Γραικούς.

Στους αιώνες που ακολούθησαν, η αξιολόγηση του Καρλομάγνου υπήρξε συχνά πολύ πιο αρνητική από ό,τι τον εικοστό αιώνα. Οι ουμανιστές της Αναγέννησης τον έβλεπαν ως πρόδρομο της γερμανικής Αυτοκρατορίας που τους καταπίεζε. Τον 18ο αιώνα, ο Βολταίρος θεωρούσε ότι ο Καρλομάγνος κατέστησε δούλους όλους τους μη Χριστιανούς υπηκόους του και καθιέρωσε την πιο αποτρόπαια Ιερά Εξέταση που γνώρισε ποτέ ο κόσμος. (Βλ. G.W.Trompf, The concept of the Carolingian Renaissance, στό Joyrnal of the History of Ideas, 1973). Παρόμοια άποψη εξέφραζε ο Γίββων, η εποχή του Καρλομάγνου ήταν βυθισμένη στην άγνοια και στη μωροπιστία, και η γραμματική και η λογική, η μουσική και η αστρονομία καλλιεργούνταν μόνον ως υπηρέτριες της δεισιδαιμονίας. Η εικόνα άρχισε να αλλάζη μόλις τον 19ο αιώνα με την επικράτηση του ρομαντισμού και την εξιδανίκευση του ομιχλώδους μεσαιωνικού παρελθόντος της Δυτικής Ευρώπης.

Για να γίνη αντιληπτή η υπερβολική σημασία που δόθηκε σε ορισμένα γεγονότα της Καρολίγγειας εποχής για την εξέλιξη της Ευρώπης, θα αναφέρουμε ενδεικτικά δύο από αυτά.

Το πρώτο είναι μια μικρή λεπτομέρεια που αποτελεί για τους περισσότερους από μας το μόνο γεγονός του δυτικού Μεσαίωνα, που θυμόμαστε από τα μαθητικά μας χρόνια. Μαθαίναμε τότε για την κοσμοϊστορικής σημασίας νίκη των Φράγκων με αρχηγό τον Κάρολο Μαρτέλ στο Πουατιέ το 732 μ.Χ., που ανέκοψε την προέλαση των Αράβων και έσωσε την Ευρώπη από τον ισλαμικό κίνδυνο. Ωστόσο, αν κοιτάξη κάποιος τον χάρτη, θα διαπιστώση ότι το Πουατιέ βρίσκεται πολύ ψηλά στη Γαλλία, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ισπανία (την οποία κατείχαν οι Άραβες). Ακόμη και χάνοντας στο Πουατιέ, οι Άραβες θα είχαν τη δυνατότητα να κατέχουν όλη τη νότια Γαλλία και να προχωρούν παραπέρα. Και πράγματι αυτό έκαναν! Μετά το Πουατιέ κι ενώ είχαν ήδη κατακτήσει το Μπορντό, τη Νίμ και όλη την Προβηγκία, συνέχισαν να επεκτείνονται στην δυτική Ευρώπη και έφτασαν μέχρι τη Γενεύη. Έναν αιώνα αργότερα έφτασαν μέχρι τα προάστια της Ρώμης. Παρέμειναν στη νότια Γαλλία ως το 972 μ.Χ. και έλεγχαν τα περάσματα των Άλπεων μέχρι το 980 μ.Χ. περίπου, δηλαδή διακόσια πενήντα χρόνια μετά τη μάχη του Πουατιέ.

Γνωρίζοντας τα παραπάνω, είναι προφανώς δύσκολο να αντιληφθή κάποιος με ποιόν τρόπο η μάχη του Πουατιέ έσωσε την Ευρώπη από τους Άραβες. Γίνεται εύκολο μόνο, αν θυμηθούμε ότι ο Κάρολος Μαρτέλ ήταν ο παππούς του Καρλομάγνου και πρώτος βασιλιάς της δυναστείας (ανέτρεψε τους Μεροβίγγειους βασιλείς). Ασφαλώς η εκ των υστέρων μυθοποίηση της νέας δυναστείας απαιτούσε ένα ηρωϊκό κατόρθωμα πανευρωπαϊκής εμβέλειας. Και σίγουρα η ιστοριογραφία του εικοστού αιώνα βρήκε στην μάχη του Πουατιέ ένα κατάλληλο σύμβολο, που εξύψωνε τη λαμπρή Καρολίγγεια εποχή…

Το δεύτερο γεγονός έχει να κάνη με τα Libri Carolini, το έργο που συντάχθηκε στην αυλή του Καρλομάγνου, για να επενδύση και θεολογικά τις πολιτικές αξιώσεις των Φράγκων εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Με τα Libri Carolini, οι Φράγκοι αντέκρουσαν την επιχειρηματολογία της Έβδομης Οικουμενικής Συνόδου, η οποία αποκατέστησε την προσκύνηση των εικόνων μετά από 60 χρόνια εικονομαχίας. Η ποιότητα της Φραγκικής πολεμικής δεν χρήζει σχολιασμού- αρκεί να αναφερθή ότι ο συγγραφέας αρνείται να απαντήση στα επιχειρήματα του Αγίου Γρηγορίου Νύσης (που περιλαμβάνονταν στο κείμενο της Συνόδου) γράφοντας γι’ αυτόν ότι αγνοούμε και τη ζωή και το έργο του.

Τί έγινε όμως στη συνέχεια; Ποιά ήταν η κληρονομιά των Libri Carolini,στη δυτικοευρωπαϊκή σκέψη; Η απάντηση για πολλούς αιώνες είναι: καμία. Μάλιστα, πολύ σύντομα έπεσαν στη λήθη, αφού δεν αναφέρονται μετά τον ένατο αιώνα, και μέχρι τον 16ο αιώνα αγνοείτο ακόμη και η ύπαρξή τους. Όταν ανακαλύφθηκαν και εκδόθηκαν το 1549, θεωρήθηκαν αμέσως πλαστά -τόσο ξένα ήταν προς την νοοτροπία ακόμη και της Παπικής Εκκλησίας. Μάλιστα, δέκα χρόνια αργότερα, περιλήφθηκαν στο περιβόητο Index των απαγορευμένων βιβλίων της Παπικής Εκκλησίας και παρέμειναν εκεί μέχρι το 1900. (Βλ. A. Freeman, Theodulf of Orleans and the Libri Carolini, Speculum, 1957). Φαίνεται, λοιπόν, και από αυτό το παράδειγμα ότι με τις σαρωτικές καταστροφές του δέκατου αιώνα σε πολλούς τομείς δεν απέμεινε ούτε η ανάμνηση των φραγκικών προσπαθειών για τη δημιουργία μιας κοινής δυτικοευρωπαϊκής κουλτούρας. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ίδιοι οι Φράγκοι, που κατέλαβαν τον Παπικό θρόνο από τον ενδέκατο αιώνα, αγνοούσαν τα Libri Carolini, γι’ αυτό άλλωστε η Παπική Εκκλησία δέχεται την Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο, παρά την απόρριψή της από τον Καρλομάγνο. Πρέπει, πάντως, να προστεθή ότι η ανακάλυψή τους τον 16ο αιώνα συνέπεσε με την εμφάνιση του Προτεσταντισμού, ο οποίος αμέσως βρήκε στα Libri Carolini έναν σύμμαχο στις απόψεις του εναντίον των εικόνων. Ο Καλβίνος στο Institutio Christianae Religionis (από την έκδοση του 1550 και όχι σε προηγούμενες) αντικρούει την Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο αντιγράφοντας επιχειρήματα από τα νεοδημοσιευθέντα Libri Carolini. (βλ. J. Payton, Calvin and the Libri Carolini Sixteenth Century Journal,1997). Με αυτήν την έννοια, η κληρονομιά του Καρλομάγνου επέζησε σε μεγάλο τμήμα της Δύσης μέχρι τις ημέρες μας.

Η ιστοριογραφική επαναξιολόγηση της σημασίας του Καρλομάγνου που προαναφέραμε συνέπεσε περίπου με τις πολιτικές αλλαγές του 1989, οι οποίες μετατόπισαν γρήγορα τα σύνορα της Ευρώπης προς ανατολάς. Καμία από τις νέες χώρες που εντάσσονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση από το 2004 δεν θεωρεί τον Καρλομάγνο πρόγονό της, όπως άλλωστε δεν τον θεωρούσαν οι πέντε από τις έξι τελευταίες χώρες που εντάχθηκαν τις δεκαετίες του 1980 και 1990. Συνεπώς, σε μεγάλο βαθμό η πολιτική σκοπιμότητα της εξύμνησης του Καρλομάγνου φαίνεται ότι έχει εκλείψει. Η φιγούρα του δεν αποτυπώθηκε πάνω στο ευρώ, το Μουσείο της Ευρώπης στις Βρυξέλλες δεν θα παραλείψη την ελληνορωμαϊκή ιστορία και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνεδριάζει πλέον στο καινούργιο κτίριο Justus Lipsius. Η επιλογή του Καρλομάγνου ως Europe pater έπαψε να ισχύη. Θέλουμε να ελπίζουμε ότι μαζί της θα παύση να ισχύη η διαχωριστική γραμμή που έθετε την Ελλάδα έξω από την Ευρώπη και ότι η προκατάληψη αιώνων κατά των Ρωμηών θα τεθή σταδιακά στο περιθώριο. Στη νέα περίοδο που ξεκινά το 2004 με τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κυρίαρχο στοιχείο θα είναι η αναγνώριση της πολιτιστικής πολυμορφίας και η αποδοχή της διαφορετικής ιστορικής παράδοσης. Εναπόκειται, λοιπόν, σε μας να προβάλλουμε την αξία της ορθόδοξης παράδοσής μας και να την επαναφέρουμε στην θέση που της αξίζει.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s